αἰγιβάτης

αἰγι-βάτης [ᾰ], ου, ,
A goat-mounting, epith. of he-goats, etc., Pi. Fr.201; of Pan, Theoc.Ep.5.6, AP6.31.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιγιβάτης — αἰγιβάτης, ο (Α) (λέγεται για τράγους και για τον τραγοπόδαρο Πάνα) αυτός που βατεύει τις κατσίκες. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰγι (< αἴξ) + βάτης βαίνω] …   Dictionary of Greek

  • αἰγιβάται — αἰγιβάτης goat mounting masc nom/voc pl αἰγιβάτᾱͅ , αἰγιβάτης goat mounting masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιβάτην — αἰγιβάτης goat mounting masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιβάτῃ — αἰγιβάτης goat mounting masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγιβάταν — αἰγιβάτᾱν , αἰγιβάτης goat mounting masc acc sg (epic doric aeolic) αἰγιβάτης goat mounting masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -βάτης — β συνθετικό ουσιαστικών της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. βαίνω και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αντιστρόφου Λεξικού της Νέας Ελληνικής του Γ. Κουρμούλη (σ. 753), έναντι 85… …   Dictionary of Greek

  • αίγα — (aega). Επιστημονική ονομασία γένους αρθροπόδων και γένους εντόμων. 1. Τα αρθρόποδα είναι της οικογένειας των αιγιδών και της τάξης των ισοπόδων. Ζουν παρασιτικά επάνω στα διάφορα ψάρια, στα οποία κολλούν με τους μυζητήρες τους. Το μήκος του… …   Dictionary of Greek

  • αιγοβάτης — αἰγοβάτης, ο (Α) ο βατευτής αιγών, αιγιβάτης* (λέγεται και για γιδοβοσκό Ανθ. Παλ. 12, 41). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ γὸς + βάτης < βαίνω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.